Πατήστε στην εικόνα να μεταφερθείτε στο καινούριο site

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟΥΣ ΣΦΑΚΙΩΤΕΣ

Γράφει  ο    Γιώργος   Aνταίος
            Οι δύο  Κυριακές  των Απόκρεω ήταν συνώνυμες της ανεμελιάς, της οινοποσίας και του ξεφαντώματος για τους Σφακισάνους. Με αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις, έξυπνες παρλάτες και επινοήσεις, ατέλειωτους χορούς και γλέντια με τα γραμμόφωνα και τις παρέες. Λαϊκά γλέντια, αυθόρμητα και συνταιριασμένα, σε μια κοινωνία, που ακόμη δεν είχε ανακαλύψει τον καταναλωτισμό και την ευμάρεια, σαν μέσον κοινωνικής ανάδειξης και ανέλιξης. Όντας όλοι στο… ίδιο τηγάνι, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, χωρίς ίχνος ατομικότητας, εγωκεντρικότητας και ανταγωνισμού, βίωναν μικρές ανέμελες στιγμές.  Μια όαση μέσα στην βιοπάλη, πριν ξεκινήσουν και πάλι για την Βράχα, την Ακόνη, την Μαντόνα, τον Κούλμο, τα Καρκαμπέτσα, τον Βατιά, για να σμιλέψουν την γη και να αποκτήσουν τον επιούσιο και μόνο.
            Σε κάθε χωριό των Σφακιωτών πάντα κάποια γραφικότητα έδινε τον τόνο των Απόκρεω. Στο Πινακοχώρι ντύνονταν «σκομπόεροι» (σγουμπόγεροι), μια μεταμφίεση με το μαύρο παλτό του παπούλη φορεμένο ανάποδα, μπαρμπλωμένοι με την τσίπα της βαβάς, για μάσκα στο κεφάλι, και
καλάμι στο χέρι, για μπαστούνι, με αρχηγό τον αμίμητο Τάκη τον Μόρτη, ο οποίος προπορευόνταν, σαν …τελετάρχης, με την <<νύφη>>, η οποία ήταν το συμπαθέστατο θηλυκό τετράποδό του ντυμένο κατάλληλα! Όλοι, μικροί και μεγάλοι ντυμένοι σκομπόεροι  ακολουθούσαν την ιδιότυπη…γαμήλια τελετή περιδιαβαίνοντας  τα σπίτια του χωριού, όπου τους κερνούσαν την κουλούρα των ημερών και άφθονο κρασί. Έπειτα μπουλούκι, όλοι μαζί, ξεκινούσαν για τα Λαζαράτα, το κέντρο των χωριών, αυτοσχεδιάζοντας και τραγουδώντας στην διαδρομή. Στα Λαζαράτα «καιγόνταν το πελεκούδι», όπως σημειώνει ο Φίλιππος Λάζαρης (Γραμματέας), παρά την φτώχεια και την ανέχεια. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα απ’ τα πεζά του μπάρμπα – Φλίππου, έτσι όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του «Μία φορά και έναν καιρό…», με τον τίτλο «Η φωτογραφία», με την σχετική ελευθεριότητα.  Απόκριες γάρ.
[… Πολύ δυστυχισμένη ήταν εκείνη η χρονιά. Όπως δα κι όλες σχεδόν πριν από τον πόλεμο του Σαράντα. Για τις μετά τον πόλεμο, τις χρονιές της Κατοχής και του Διχασμού, δεν λέω τίποτε, γιατί αυτές ήτανε που ήτανε δυστυχισμένες. Μεγάλη ανέσοδη, κλωνί ελιά δεν μαζέψαμε. Λιτροβειό δεν «κίνησε» κι  ο κόρνος τους που μας ξύπναγε απ’ τα βαθιά χαράματα για το «μπάσιμο» του ελαιόκαρπου δεν ακούστηκε. Τόση ήτανε η φτώχια εκείνη τη χρονιά, που αν τύχαινε κάποιος να βάλει καινούριες σόλες στις αρβύλες του, ήτανε το γεγονός του χωριού για μέρες. Κι όμως, εκείνη τη χρονιά ήτανε που το χωριό μας γλέντησε και διασκέδασε τις αποκριές, όσο λίγες φορές.
            -Χρονιά είναι θα περάσει… ήτανε το σύνθημα.
            -Σα δεν έχουμε να φάμε, τραγουδάμε και περνάμε!
            Θέλεις, γιατί ύστερα από ένα τόσο βαρύ χειμώνα ο καιρός καλοσύνεψε όλη εκείνη τη βδομάδα κι έκανε κάτι λιακάδες, «η Βασιλεία των Ουρανών», όπως λέγανε οι γυναικούλες. Θέλεις, όπως έλεγε ο Θοδωρής ο Καρνάβαλος, γιατί τρώγαμε λίγο και μας έπιανε αμέσως το κρασί. Θέλεις, γιατί τα παίζαμε όλα για όλα, εκείνη τη βδομάδα ήτανε χαρούμενο όλο το χωριό. Οι εργατιές στ’ αμπέλια, σε πλαγιές, ισώματα και λαγκαδιές τραγουδούσαν όλη μέρα κι όταν τα βράδια γυρίζανε στο χωριό τραγουδώντας, όλο και κάποιον θα φέρνανε, καβάλα σε γαϊδούρι, μεθυσμένο τόσο που δεν μπορούσε να περπατήσει. Σε όποιο καντούνι και να πέρναγες τη νύχτα, θα άκουγες τραγούδια. Όλο το χωριό μοσχομύριζε από τα φαγητά – οι μέρες το καλούσαν. Ύστερα τώρα βοηθούσαν και τα «ζωντανά» με το γάλα, το τυρί, τα αρνιά και τα κατσίκια. Η αλήθεια είναι πως τη φτώχεια την πληρώσανε περισσότερο απ’ όλους οι κοκοτοί.
            Ο Παμ’ νώντας τ’ Ασπασίας (όλο το όνομά του, χώρια από το επώνυμό του, ήτανε: ο Παμ’ νώντας τ’ Ασπασίας τ’ Μίχου, τ’ Πάνου, τ’ Αντώνη, γενεές δεκατέσσαρες σαν να λέμε) με το Σπύρο τον Τσερέ και το Μοστακλή το Χατζή, ήταν αχώριστοι – ένας ύπνος μόνο τους χώριζε. Μαζί σκάβανε ανέργα στ’ αμπέλια τους εκείνη τη βδομάδα και τα βράδια συνεχίζανε, πότε στου ενός πότε στου άλλου, τα τραγούδια της μέρας, και καθώς ήτανε, μα την αλήθεια μου, όχι μόνον σπάνιοι τραγουδιστάδες, προπάντων ο Παμ’ νώντας με το Σπύρο, αλλά και καλοί χορευταράδες, κάποτε το βάζανε και στο χορό.
            «Ας πάει και το παλιάμπελο» και καιγότανε το πελεκούδι. Καθώς μάλιστα εκείνες τις μέρες είχανε λάβει δολάρια απ’ τα’ αδέρφια τους στην Αμερική, βολευτήκανε όλοι μια χαρά και περνούσαν αγκούσεφτα. Εκεί, λοιπόν, που σκάβανε στ’ αμπέλια, τ’ αποφασίσανε,  την Κυριακή που μας ερχότανε να γίνουν μασκαράδες.
            Ναι, μασκαράδες! Μα να κάμουν μια μασκαράτα πρωτότυπη, κάτι που να μείνει, σαν εκείνη, να πούμε, του Μίχου του Κουβέλη, που κάποτε μασκαρεύτηκε Δήμαρχος κι άφησε εποχή ή σαν εκείνη του Σπύρου του Θεοφάνη που κάποτε – παλιότερα – έκανε το «γιατρό». Ναι, λοιπόν, κάτι τέτοιο θέλανε κι αυτοί να σκαρώσουν, κάτι που ν’ αφήσει εποχή. Στο τέλος, το βρήκαμε. Θα ντυνότανε ο Μοστακλής σαν κύριος Νομάρχης, που επισκέφθηκε το χωριό να διαπιστώσει τις ανάγκες και να κάμει διάφορες παροχές (εδώ που τα λέμε κάτι ήτανε κι αυτό, αφού αληθινός δεν είχε έλθει ποτέ). Ο Τσερές θα παρίστανε το γραμματικό του και ο Παμ’ νώντας το σκοπό – φρουρό τους.
            Έτσι κι έγινε. Φορέσανε κάτι κακοσουλούπωτες αμερικάνικες φορεσιές, απ’ αυτές που κατά καιρούς τους είχανε στείλει ή φέρει απ’ την Αμερική τ’ αδέρφια τους. Φορέσανε και μεταξωτές φανταχτερές γραβάτες ο Μοστακλής κι ο Τσερές. Κι ο Παμ’ νώντας ντύθηκε κι αυτός χωροφύλακας. Κρέμασε χιαστί μια φωτογραφική μηχανή ο κύριος Νομάρχης (μπαρντόν, ο Μοστακλής ήθελα να πω!), πήρε κι ο Παμ’ νώντας μια φυσαρμόνικα (ακορντεόν) αμερικάνικη κι αυτή – την είχε φέρει απ’ τη Αμερική ο Πάνος ο Κατσαρός – και μπροστά ο Μοστακλής με σοβαρότητα και ύφος Νομάρχη, πίσω ο Παμ’ νώντας σκούζοντας με τη φυσαρμόνικα και τραγουδώντας με τον Τσερέ «Για δέσ’ καλέ, για δέστε τον αμάραντο…» κι ακολουθούμενοι από μια μεγάλη συνοδεία, που σχηματίστηκε στο λεπτό από τους πιτσιρικάδες κι άλλους πολλούς, μασκαρεμένους κι αμασκάρευτους, που κάνανε ένα φαρομανητό – άλλο να δεις κι άλλο να πεις! – ξεκινήσανε την περιοδεία στο χωριό … για να δούνε τις ανάγκες και να επιλύσουν τα προβλήματα.  Σαν φτάσανε στο Περνάρι, που ‘τανε πολλοί συγκεντρωμένοι – ήτανε μπακάλικο – με ύφος ο Μοστακλής και δείχνοντας τα γύρω σπίτια άρχισε να εξαγγέλλει το πρόγραμμά του:
-         Όλα αυτά τα σπίτια θα τα γκρεμίσω να φτιάξω πλατεία….
Κάθε δήλωση του γινόταν δεκτή με ξεφωνητά και χειροκροτήματα. Βοήθαγε λίγο κι η φυσαρμόνικα…
-         Και πού θα κάτσουμε, κύριε Νομάρχη;
-         Θα σας δώσω οικόπεδα στον Παλιοχαλιά (10 χιλιόμετρα μακριά στις αλυκές).
-         Και με τι λεπτά θα τα φτιάξουμε;   Βοηθούσανε οι απ’ έξω το καλαμπούρι.
-         Έχω το σκοπό μου εγώ. Θα σας δώσω από δέκα φάσκελα καθενός.
Με θρίαμβο άρχιζε η περιοδεία. Σαν φτάσανε στο παντοπωλείο «Τα Ψηλά αλώνια» τους υποδέχτηκε ο φίλος του ο Μπαραχάκιας με τη χαλκοκανάτα στο χέρι να τους κεράσει κεροπάτι. Ήτανε στενοί φίλοι, βλέπεις. Ο Μπαραχάκιας το’ θελε για παλικαράς, για μεγάλος παλικαράς. Γυρίζει ο Μοστακλής και λέει στον Τσερέ.
-         Γραμματεύς… Αυτόνε γράφτονε ένα γκρα, δυο μαυροβούνες και τρεις κάμες.
«Μπράβο, μπράβο!», φωνάξανε όλοι κι ο Μπαραχάκιας από καμάρι πέταξε τη χαλκοκανάτα πέρα απ’ το δρόμο, κάτω στο λαγκάδι.
Και συνέχιζε ο Νομάρχης να δίνει κάτι λύσεις, να κάνει παροχές και σχέδια, άλλο πράμα.
-         Εσύ, λέει στον μπάρμπα – Ζώη τον Κερασούλη, που ερχότανε μισομεθυσμένος και μ’ ανοιχτά σαν φτερούγες τα χέρια του να τον φιλήσει, ξέρω τι θέλεις. Ένα μ’ σομποτίλιονο κεροπάτι κι είσαι εντάξει.
            Στο αναμεταξύ όλοι οι μασκαρεμένοι από τις άλλες γειτονιές σμίξανε με τη συνοδεία του κυρίου Νομάρχη κι ήτανε κοντά στο μισό χωριό που ακολούθαγε και γινότανε ένα σούσουρο και μια διασκέδαση ανείπωτη. Κι ήτανε μια λιακάδα μαρτιάτικη που έλαμπε ο τόπος γύρω κι ήτανε παντού διάχυτο κείνο το χαρούμενο προμήνυμα του ερχομού της άνοιξης. Κι ήτανε ο κόσμος ο μασκαρεμένος κι οι άλλοι οι γιορταλλαμένοι. Κι ήτανε οι κοπέλες γιορταλλαμένες, που μισοκρυμμένες σε εκείνα τα μεταξομάντηλα και τις μπέρτες με τα φανταχτερά χρώματα, γελούσαν χαρούμενες. Αχ, εκείνα τα γέλια… κι ήτανε όλα αυτά κάτι σαν δοξολογία στην ομορφιά της ζωής, έτσι καθώς το κρασί και το κέφι τα’ κανε όλα δυνατά κι ωραία.
            -Εσείς, λέει στην παρέα των κοριτσιών, που κάποια μάλιστα του πέταξε ένα μάτσο βιολέτες και φ’ στίνες, θέλετε όλες σας παντρειά, για να μην σας το πω… αλλιώς.
            Και γυρίζοντας, λέει στον γραμματέα του:
-         Κύριε Σαλμπούργο (άλλο παρατσούκλι του Τσερέ).
Γράψε να βρεθούνε επειγόντως είκοσι γαμπροί.
-         Δεν μας φτάνουν, είπανε οι πιο ξέθαρρες.
-         Έχετε δίκιο. Έχουμε και τσ’ γριές. Οι γαμπροί να γίνουν σαράντα. Και απ’ τα σπίτια οι νοικοκυραίοι ή οι νοικοκυράδες να’ ρχονται με τα μ’ σομποτίλιονα γεμάτα κρασί και με τραταμέντα στους δίσκους να κερνάνε αράδα, αρχίζοντας πάντα βέβαια από τον κύριο Νομάρχη.
            -Πέστε τους, λέει στο γραμματέα του, να φέρνουν και κα’ να διαφορετικό μεζέ για το Νομάρχη, γιατί είμαι καλομαθημένος με τα λάχανα!
            Και συνεχίζοντας την «περιοδεία» φτάσανε στο Δενδρολίβανο, το στέκι των γερόντων, που καθισμένοι σαν συγκλητικοί  αράδα – αράδα στο στενό πεζούλι της λιθιάς τους περιμένανε. Κι ήτανε εκείνη η ψηλή λιθιά γεμάτη κάποια μοβ  λουλουδάκια, φυτρωμένα ανάμεσα στους αρμούς απ’ τις πέτρες, κι όπως χρυσίζανε στο λαμπρό μαρτιάτικο ήλιο, ήτανε σαν ένα χρυσό στεφάνι πάνω από τα ψαρά κεφάλια των γερόντων του χωριού. Εδώ, έβγαλε μεγάλο λόγο κι ανάμεσα στις υποσχέσεις του προς τους γέρους ήτανε και το πώς κάθε μεσημέρι θα τους μοίραζε και ένα κακάβι… κουρκούτη και επιπλέον θα χάριζε σε κάθε γέρο από ένα αναγκαίο!
            Ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει που πήρανε το δρόμο του γυρισμού για την κάτω γειτονιά. Κάπου τους σταμάτησε κάποιος για να κάμει το παράπονο του με το γνωστό του Ιασωνίδη:
-         Παιδιά δεν έχομεν…
-         Θα σας κάνουμε και παιδιά… Ενεργώ δραστηρίως. Έχω εφτά δικά μου, χώρια πέρα στις  βλάχες. (Βλέπεις η παρέα τον περισσότερο καιρό τον περνούσε με πραμάτειες στο Ξηρόμερο).
            Σαν έφτασε κοντά στο σπίτι του, κοίταξε ένα γύρο τα σπίτια και είπε:
            -Ωραίο μέρος. Εδώ έχω έρθει άλλη φορά και λέω εδώ να το φτιάξω… ζουρλοκομείο. Μετά το πανδαιμόνιο π’ ακολούθησε, όπως δα κάθε φορά τη δήλωση του, ακουστήκανε παράπονα από κάτι πανωγειτονίτες.
            -Όχι. Το θέλουμε εμείς στη γειτονιά μας το… ζουρλοκομείο.
            -Για σκασμός! Είπε ο κύριος Νομάρχης. Μην αντιτείνετε, γιατί είμαι ικανός να το κάμω όλο το χωριό ζουρλοκομείο για να μας χωρέσει όλους. Για σήμερα μια φορά το… πέτυχα!
            Σουρουπωματάκι φτάσανε στις Μπαράκες που είναι και το επίσημο κέντρο του χωριού. Εδώ, ο κόσμος που βγήκε όλος από τα καφενεία ήταν λιγότερο εκδηλωτικός, γιατί ήτανε και πολλοί ξενοχωρίτες. Ωστόσο, ο Μοστακλής, ροδοκόκκινος σαν πάντα, μα ξαναμμένος τώρα κι απ’ το πιοτί συνέχιζε την περιοδεία και την αποστολή του. Και πρώτα – πρώτα γυρίζει και λέει στο γραμματέα του δείχνοντας τον Αποστόλη που ντρέκλιζε, εδώ να πέσει… εκεί να πέσει.
            -Αυτόν εδώ, δυο γερά παιδιά να τον βάλουν απάνω σε μια σκάλα και να τον πάνε σπίτι του μην πέσει και μολώσει καμιά σούδα και δυσκολέψει την ροή των υδάτων.
            -Ξέρ’ και καθαρεύουσα το ρεντίκολο, είπε ο ξάδερφος του ο Καλαλίτσος, που γελώντας παρακολουθούσε με τα χέρια σταυρωμένα (που τρέμανε γιατί είχε  πάρκινσον).
            -Εσένα θα σε διορίσω –κι ας μην μιλάμε – στα προζύμια να κοσκινάς.
            - Άει στον οδείνα, ρεντίκολο, ξανάπε εκείνος κι έφυγε γελώντας.
            Και για κάποιον που προσπέρασε αδιάφορος σαν να μην έτρεχε τίποτε, παρόλη την κοσμοχαλασιά, είπε στο γραμματέα του:
            -Αυτόν γράψ’ τον ξέρεις πού!
            -Τον έχω γραμμένον, απάντησε εκείνος, λέγοντας και πού.
            Τέλος, σαν αχνούδιασε για καλά, τραγουδώντας και χορεύοντας στο δρόμο και  με το ξέφρενο φαρομανητό γυρίσανε στο μπακάλικο «Η Λόντζα», που ήτανε το στέκι τους. Κόσμος πλημμύρισε μέσα κι έξω το μαγαζί, πλημμύρισε τους δρόμους και την αυλή. Ως και στα παράθυρα και στις παγκάδες ανεβήκανε για να παρακολουθήσουν. Απ’ τα πολλά, δεν βαστάγανε κι άλλο, αποφασίσανε με τον τελευταίο λόγο να δώσουν τέλος στην παράσταση και σ’ όλη τη γιορτή. Νομάρχης, Γραμματέας και χωροφύλακας τα είπανε και τ’ αποφασίσανε. Σοβαρός – σοβαρός, αν και τύφλα στο μεθύσι, ανέβηκε ντρέκλα – ντρέκλα πάνω στο μπεζαχτά ο Μοστακλής.
            -Σκασμός! Επέβαλε κάποτε την τάξη. Σκασμός! Θα μιλήσω. Και πρώτα – πρώτα, έκαμε νόημα στον μπακάλη δείχνοντάς του το πλήθος, «κέραστα τα παιδιά ύστερα, πριν σας ομιλήσω. Πριν βγάλω το λόγο μου».
-Βγάλ’ τονε! Βγάλ’ τονε τον περίδρομο, τ’ αποκριθήκανε εν χορώ.
-Θα σας τραβήξω, συνέχισε, μερικάς αναμνηστικάς φωτογραφίας, αρχίζοντας από τους επισήμους. Παρακαλώ, οι επίσημοι να περάσουν… έμπροσθεν.
Μεριάσανε όλοι, στριμωχτήκανε, ξεστριμωχθήκανε και κάποια φορά φτάσανε μπροστά στον ανεβασμένο στο μπεζαχτά Νομάρχη που κρατούσε τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια του. Κι ήτανε ο Πάνος ο δάσκαλος, ψηλός, επιβλητικός, ο Πάνος ο Κατσαρός, ο πρόεδρος κι ο Λάμπρος ο Κίτσος ο δραγάτης.
-Προσοχή! Μην κουνηθείτε, είπε ο Μοστακλής. Με το τρία. Ένα, δύο, τρία. Με το τρία, επανέλαβε.
Πήρανε πόζα οι επίσημοι. Μάλιστα ο δάσκαλος θυμήθηκε φαίνεται εκείνη τη στιγμή τα χρόνια εκείνα, που στο στρατό ήτανε επιλοχίας, και πήρε ύφος Κάιζερ.
-Προσοχή, ξανάπε ο Μοστακλής. Έτοιμοι! Ένααα… δύοοο… τρία.
Με το τρία ο Παμ’ νώντας τσ’ Ασπασίας, που στεκότανε πίσω από το Μοστακλή, έκοψε, όπως είχανε συμφωνήσει, με το σουγιά του το βρακοζώνι, που κρατούσε το βρακί και το σώβρακο του Μοστακλή, και φάνηκε ο κ. Νομάρχης ολόγυμνος απ’ τη μέση και κάτω σ’ όλη του τη δόξα… Κι ήτανε, είπανε, στις μεγάλες του τις δόξες… Το τι απέγινε δεν περιγράφεται. Η φωτογραφία, ωστόσο, πέτυχε. Πέτυχε τόσο πολύ, που από την άλλη μέρα ο δάσκαλος κάθε πού συναντούσε το Μοστακλή όχι δεν τον χαιρετούσε, μα γύριζε και το κεφάλι από την άλλη μεριά και  σιγοψιθύριζε κάτι με σφιγμένα δόντια.
Έτσι έγινε κι αποχτήσαμε στο χωριό μας και … Νομάρχη… ]


Share this article :


Η ατομική, εποικοδομητική κριτική και οι εναλλακτικές προτάσεις - απόψεις είναι απαραίτητες και ευπρόσδεκτες, ειδικά όταν το ζητούμενο είναι η επικοινωνία ιδεών (κοινωνία). Τα θέματα των αναρτήσεων δεν εκφράζουν απαραίτητα και τις απόψεις των διαχειριστών και των συντακτών του ιστολογίου μας. Αντιθέτως, τα σχόλια εκφράζουν τις απόψεις των σχολιαστών και μόνο αυτών και όσα περιέχουν ύβρεις ή απρεπείς χαρακτηρισμούς διαγράφονται κατά τον έλεγχο από την ομάδα διαχείρισης. Ευχαριστούμε.


.

.

Google+ Badge

.

.

.

.

.

.

>> ΑΓΑΠΗΤΟΙ - ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Σας καλωσορίζουμε στο μικρόκοσμο της τοπικής ενημέρωσης με μια εφημερίδα που φιλοδοξεί να γίνει η εβδομαδιαία σας συνήθεια. Η Lefkas News δημιουργήθηκε από μια ομάδα ντόπιων νέων ανθρώπων που αγαπούν τη Λευκάδα και νοιάζονται γι’ αυτήν. Ο προβληματισμός αυτός αποτελεί το γνώμονα των προσπαθειών μας και με αυτόν θα κινηθούμε. Στις σελίδες της εφημερίδας θα βρείτε θέματα της τοπικής πολιτικής ατζέντας, θέματα κοινωνικά, πολιτιστικά και αθλητικά Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση. Η ομάδα της Lefkas News

Αναγνώστες

ΦΙΛΙΚΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

Google+ Followers

Recent Post

Hmerologio
 
Support : Creating Website | Johny Template | Mas Template
Copyright © 2011. LefkadaNews .gr - All Rights Reserved
Template Created by Creating Website Published by Mas Template
Proudly powered by Blogger